Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2013

Καλή χρονιά!

Σε εφτά ώρες και 82 λεπτά μπαίνει το νέο έτος!

Καλή χρονιά!!!!!!!!!!


Για πάντα - Άννα Αδριανού

Τίποτα δεν κρατάει για πάντα με τον τρόπο που νομίζουμε. Αλλά και τίποτα δεν χάνεται. Αφού όλα αποτυπώνονται στο μυαλό και στην ψυχή. Και οι στιγμές που ζήσαμε, με όλη μας την ύπαρξη, αποτυπώθηκαν κι αυτές μέσα μας και ζουν εκεί σαν θησαυρός. Αδιαπέραστες από την φθορά και τον χρόνο, αγέραστες και πάντα λαμπερές. Για να προστρέχουμε σ'αυτές κάθε φορά που θέλουμε να πάρουμε δύναμη και να φωτίζουν την ζωή μας...

Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2013

Or Second blog

A 2nd blog
catrinaki.wordpress.com

Άνευ Όρων Αγάπη - Κατερίνα Τ.

 “Γεια!” της λέω.
    “Γεια” μου απαντάει. Δεν χαμογελάει. Δεν έχει καμία έκφραση. Μόνο μια ψυχρότητα. Ακόμα και θυμωμένη να ήταν θα το προτιμούσα από αυτό. Το τίποτα.
    “Συγγνώμη!” της λέω για πολλοστή φορά. Κουνάει το κεφάλι της, αλλά δεν μιλάει. “Έντελβάις…”
    “Εντάξει Γιάννη!” με κόβει.
    “Έντελβάις…” λέω ξανά.
    “Μην μιλάς, Γιάννη!” λέει. Ο τόνος της είναι ουδέτερος. Ούτε απότομος, ούτε γλυκός. “Σε παρακαλώ μην μιλάς!”. Κάτι σπάει στην φωνή της. Την κοιτάω έντονα. Αποστρέφει το βλέμμα της. Κοιτάει έξω από το παράθυρο. Με πονάει η στάση της. Με πονάει η ψυχρότητα της.
    “Γιατί, άγγελε μου;”. Στρέφει πάλι τα μάτια της στα δικά μου. “Γιατί;” λέω. Αργεί να απαντήσει. Με κοιτάει βαθιά μέσα στα μάτια. Με αυτό το βλέμμα που νιώθω σαν να βλέπει μέσα μου.
    “Εσύ απάντησε μου στο γιατί, Γιάννη!” λέει τελικά.
   ”Γιατί…” ξεκινάω. Διαλέγω προσεκτικά τις λέξεις μου. “Γιατί σε θέλω…”. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να το εκφράσω αυτό.
    “Γιατί έκανες τόσο κακό στον εαυτό σου;”. Αλλάζει κατευθείαν θέμα. “Κόντεψες να… πεθάνεις!”. Βλέπω πως βασανίζεται. Πονάει.
    “Όταν έφυγες νόμιζα πως δεν θα ξανά γύριζες! Ένιωθα πως σε έδιωξα. Ένιωθα πως μου άξιζε. Σαν τιμωρία για τον τρόπο που σου φέρθηκα!”. Νιώθω όπως όταν την πρωτογνώρισα. Αυτή η επιφυλακτικότητα της. Η ένταση στην στάση της Νιώθω πως πρέπει να κερδίσω ξανά από την αρχή την επιδοκιμασία της. Σηκώνεται από την καρέκλα και στέκεται μπροστά στο παράθυρο. Σταυρώνει τα χέρια της στο στήθος της. Φοράει ένα κοντό κοντομάνικο κόκκινο φόρεμα. Από μέσα μαύρη μπλούζα και μαύρο κολάν. Τα μαύρα μαλλιά της φτάνουν ως την μέση της. Είναι τόσο όμορφη!
    “Γύρισα σπίτι κομμάτια..” λέει σιγανά. “Το μόνο που σκεφτόμουν ήταν γιατίΓιατί αντέδρασες έτσι; Γιατί μου απαντούσες τόσο απότομα. Γιατί φέρθηκες έτσι ενώ δεν έκανα κάτι για να το προκαλέσω; Γιατί;”. Πλησιάζει το κρεβάτι. “Δεν ήξερα πως να αντιδράσω. Τι να σκεφτώ. Πως να σε δικαιολογήσω. Ήμουν χάλια. Σωριάστηκα στο πάτωμα του δωματίου μου και απλά έκλαιγα” σηκώνει τα μάτια της στα δικά μου. “Αρχισα να βήχω. Ένιωθα να μου τελειώνει το οξυγόνο. Έχασα τον κόσμο γύρω μου. Όταν συνήλθα ήμουν ξαπλωμένη στον καναπέ. Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήσουν εσύ! Τίποτα και κανένας άλλος. Εσύ! Ήθελα να έρθω σπίτι σου. Να βεβαιωθώ πως ήσουν καλά… κι ας έφευγα μετά! Με έφερε ο Λούκας και η Μάιλι. Χτύπαγα το κουδούνι αλλά δεν άνοιγες. Η Μάιλι μου είπε πως μπορεί να είχες φύγει. Παρόλα αυτά, ήθελα να ελέγξω αν όντως είχες φύγει. Χτύπησα σε ένα άλλο κουδούνι και μου άνοιξαν. Όταν ανέβηκα πάνω…”. Τα χέρια της έπεσαν άνευρα. “Κόντεψα να πάθω σοκ! Υπήρχαν παντού σπασμένα γυαλιά και αίματα! Σε είδα μέσα σε μια λίμνη αίματος! Φοβάμαι το αίμα. Δεν το αντέχω! Αλλά κατάφερα να έρθω δίπλα σου. Σου ψιθύριζα, σε αγκάλιαζα…” τα μάτια της βούρκωσαν. Μου ξεσκίζει την καρδιά! “Δεν κουνιόσουν. Ήσουν ακίνητος. Παγωμένος! Ήμουν σίγουρη πως ήσουν νεκρός! Δεν ήξερα τι να κάνω! Πήρα τον Λούκας τηλέφωνο. Ήρθε πάνω μαζί με την Μάιλι. Η καημένη η Μάιλι. Κόντεψε να πεθάνει από το χάος που επικρατούσε. Ο Λούκας την έστειλε πάλι κάτω στο αυτοκίνητο. Ήρθαν κάποιοι άντρες και με πήραν από κοντά σου! Με κατέβασαν κάτω για να μην βλέπω το θέαμα. Τι ειρωνία!”. Κατάπιε έναν λυγμό. Από τα μάτια της έτρεχαν δάκρυα. Τα σκούπισε και συνέχισε. “Σε βάλανε στο αυτοκίνητο. Είπαν πως ήσουν τελειωμένη υπόθεση! Ακούμπησα το κεφάλι σου στα πόδια μου. Σου ψιθύριζα πόσο σ’αγαπώ και σε παρακαλούσα να μην με αφήσεις. Αν και ήμουν σίγουρη ότι ήδη το είχες κάνει! Σε πήγαμε στα επείγοντα.  Με άφησαν να σε δω για τελευταία φορά. Πίστευα πως ήσουν νεκρός. Βγήκα από το δωμάτιο κι έτρεξα έξω. Κι έκλαιγα! Έκλαιγα που έφυγα από το σπίτι σου. Που η τελευταία μας κουβέντα ήταν καβγάς! Που δεν κατάφερα να σε αποχαιρετήσω όπως έπρεπε. Ο Λούκας ήρθε να με παρηγορήσει. Σήμερα ήρθα στο νοσοκομείο περιμένοντας να βρω το πτώμα σου κάτω από ένα σεντόνι, γεμάτο ουλές από νυστέρια. Κι όταν ήρθα και σε είδα ακίνητο πίστευα πως δεν ζούσες. Και μετά άκουσα να μου λες άγγελε μου! Κι ήταν ότι πιο όμορφο έχω ακούσει στην ζωή μου!”. Σταματάει να μιλάει. Από τα μάτια της τρέχουν δάκρυα που προσπαθεί να σκουπίσει. Πόσο πόνο της προκάλεσα. Πόσο πολύ πόνο! Προσπαθώ να ανακαθίσω. ”Πες κάτι σε παρακαλώ!” λέει δυνατά η Έντελβάις. “Υποκρίσου τουλάχιστον ότι σε ενδιαφέρουν όσα σου είπα!”. Την κοιτάω κεραυνοβολημένος.
    “Έλα εδώ!” της λέω. Με κοιτάει επιφυλακτικά στην αρχή. Μετά έρχεται και κάθεται δίπλα μου. "Δεν πρόκειται να υποκριθώ για τίποτα! Γιατί απλά δεν υπάρχει κάτι για να υποκριθώ! Όταν έφυγες από το διαμέρισμα έτρεξα πίσω σου! Ένιωθα πως σε έχανα! Σε φώναζα αλλά δεν σταμάταγες! Δεν κοίταξες ούτε μια φορά πίσω σου! Γύρισα πίσω και τα έκανα σμπαράλια! Κλώτσαγα ότι έβρισκα μπροστά μου. Πόναγα! Αιμορραγούσα! Αλλά δεν με ένοιαζε. Το μόνο που με ένοιαζε ήταν πως έφυγες και νόμιζα ότι δεν θα ξανά γύριζες ποτέ! Πήρα το μαξιλάρι σου και ρουφούσα την μυρωδιά σου. Ένιωθα πως πρόδωσα την εμπιστοσύνη σου. Πως πρόδωσα όσα περάσαμε μαζί! Φυσικά δεν με δικαιολογώ. Σε πόνεσα πολύ! Και αυτό με πληγώνει! Δεν ήθελα να σε πονέσω. Δεν ήθελα να σε πληγώσω! Συγγνώμη!”. Νιώθω δάκρυα να τρέχουν από τα μάτια μου. “Συγγνώμη!” λέω πιο δυνατά. “Συγγνώμη! Συγγνώμη! Μπορείς να με συγχωρέσεις σε παρακαλώ; Συγγνώμη, άγγελε μου!”. Κουνάει καταφατικά το κεφάλι της. “Μπορώ να σε φιλήσω; Σε παρακαλώ!”. Με κοιτάει για λίγα δευτερόλεπτα. Φέρνει τα χείλη της πάνω στα δικά μου. Σηκώνω το χέρι μου και το βάζω στον αυχένα της φέρνοντας της πιο κοντά μου. Την νιώθω να ανασαίνει πάνω στα χείλη μου. Την φιλάω έντονα. Με πόνο, με πάθος…

Κατερίνα Τ.