Σάββατο 15 Μαρτίου 2014

Ένα παραμυθάκι... για την αγάπη

Mια φορά κι ένα καιρό,
υπήρχε ένα νησί
στο οποίο ζούσαν όλα τα συναισθήματα.
Εκεί ζούσαν η Ευτυχία, η Λύπη,
η Γνώση, η Αγάπη και όλα τα άλλα συναισθήματα.
Μια μέρα έμαθαν ότι το νησί τους θα βούλιαζε
και έτσι όλοι επισκεύασαν τις βάρκες τους και άρχισαν να φεύγουν.
Η Αγάπη ήταν η μόνη που έμεινε πίσω.
Ηθελε να αντέξει μέχρι την τελευταία στιγμή.
Οταν το νησί άρχισε να βυθίζεται,
η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια.
Βλέπει τον Πλούτο που περνούσε με μιά λαμπρή θαλαμηγό.

Η Αγάπη τον ρωτάει :
«Πλούτε μπορείς να με πάρεις μαζί σου;»
«Οχι, δεν μπορώ» απάντησε ο πλούτος.
«Εχω ασήμι και χρυσάφι στο σκάφος μου
και δεν υπάρχει χώρος για σένα».
Η Αγάπη τότε αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια από την Αλαζονία
που επίσης περνούσε από μπροστά της σε ένα πανέμορφο σκάφος.
«Σε παρακαλώ βοήθησέ με» είπε η Αγάπη.
«Δεν μπορώ να σε βοηθήσω Αγάπη.
Είσαι μούσκεμα και θα μου χαλάσεις το όμορφο σκάφος μου»
της απάντησε η Αλαζονία.
Η Λύπη ήταν πιό πέρα και έτσι η Αγάπη
αποφάσισε να ζητήσει από αυτήν βοήθεια.
«Λύπη άφησέ με να έρθω μαζί σου»
«Ω Αγάπη, είμαι τόσο λυπημένη που θέλω να μείνω μόνη μου»
είπε η Λύπη.
Η Ευτυχία πέρασε μπροστά από την Αγάπη
αλλά και αυτή δεν της έδωσε σημασία.
Ηταν τόσο ευτυχισμένη,
που ούτε καν άκουσε την Αγάπη να ζητά βοήθεια.
Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή.

«Αγάπη, έλα προς εδώ.Θα σε πάρω εγώ μαζί μου».

Ηταν ένας πολύ ηλικιωμένος κύριος
που η Αγάπη δεν γνώριζε,
αλλά ήταν γεμάτη από τέτοια ευγνωμοσύνη,
που ξέχασε να ρωτήσει το όνομά του.
Οταν έφτασαν στην στεριά
ο κύριος έφυγε και πήγε στο δρόμο του.
Η Αγάπη γνωρίζοντας πόσα χρωστούσε στον κύριο που τη βοήθησε,
ρώτησε τη Γνώση:
«Γνώση, ποιός με βοήθησε;»
«Ο Χρόνος» της απάντησε η Γνώση.
«Ο Χρόνος;» ρώτησε η Αγάπη.
«Γιατί με βοήθησε ο Χρόνος;»
Τότε η Γνώση χαμογέλασε και με βαθιά σοφία της είπε:
«Μόνο ο Χρόνος μπορεί να καταλάβει
πόσο μεγάλη σημασία έχει η Αγάπη»


Από: http://keep-smiling.pblogs.gr/2007/05/ena-paramythaki-gia-thn-agaph.html

Σάββατο 8 Μαρτίου 2014

Μια πόρτα... προς τον εσωτερικό μας άνθρωπο...

‘’Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου’’ είχε πει κάποιος κάποτε. Θα συμφωνήσω μαζί του. Άβυσσος η ψυχή μου. Και όχι, λέγοντας ψυχή δεν εννοώ την καρδιά ή το πνεύμα μου. Εννοώ τον εσωτερικό μου άνθρωπο, στον οποίο περιλαμβάνονται όλα μου τα συναισθήματα. Μεταξύ αυτών, αγάπη, χαρά, πόνος, θλίψη. Όταν άνοιξα για πρώτη φορά τα μάτια μου σε αυτόν τον κόσμο, οι γονείς μου, μου είπαν πως έβαλα τα κλάματα. Γιατί άραγε; Πιθανόν γιατί ακόμα και σαν βρέφος, αντιλαμβανόμουν το τι θα αντιμετώπιζα.
   Η ζωή είναι δύσκολη. Ναι, αυτό είναι αλήθεια. Όμως, πιστεύω πως υπάρχει τρόπος να την κάνω ίσως λίγο πιο εύκολη. Ίσως αν την δω από μια άλλη οπτική γωνία. Τα προβλήματα δεν θα σταματήσουν ποτέ. Πάντα θα υπάρχει κάτι. Θα μπορούσα να τα αποδεχτώ. Σαν μέρος της καθημερινότητας μου. Και να προσπαθήσω να βρω τρόπους ώστε να μπορώ να τα προλαμβάνω πριν καν εμφανιστούν.
Αυτά είναι μόνο θεωρία. Στην πράξη τι κάνουμε; Πρέπει να εμβαθύνω μέσα μου. Να περάσω από την άλλη μεριά της πόρτας και να δω τα πράγματα αλλιώς. Μια πόρτα… Αν κλείσω τα μάτια μου μπορώ να φανταστώ αυτήν την πόρτα. Μια ξύλινη πόρτα στο απόλυτο σκοτάδι στα άδυτα των συναισθημάτων μου. Πλησιάζω και την παρατηρώ καλύτερα. Είναι γδαρμένη βαθιά από νυχιές. Υπάρχουν ίχνη αίματος σε όλο της το μήκος. Είναι η πόρτα που προσπαθούσα με μανία να ανοίξω, αλλά δεν σκεφτόμουν ότι ίσως δεν ήμουν έτοιμη για αυτό που θα υπήρχε από πίσω. Σέρνω τα ακροδάχτυλα μου στην επιφάνεια της. Η επιφάνεια της είναι τραχιά. Κρατάω την ανάσα μου καθώς ακουμπάω απαλά το χερούλι. Το σφίγγω τόσο που οι αρθρώσεις μου ασπρίζουν. Είναι μια απλή κίνηση. Θα Γυρίσω το χερούλι και θα ανοίγω. Ακόμα κι αυτό όμως μου φαίνεται πολύ δύσκολο. Μένω ακίνητη. Το μόνο που ακούω είναι η αναπνοή μου που βγαίνει γρήγορη. Και τότε απλά το κάνω. Γυρίζω το χερούλι και η πόρτα ανοίγει. Καλύπτω τα μάτια μου από το εκτυφλωτικό φως που διαλύει το πυκνό σκοτάδι. Ανοίγω αργά τα μάτια μου και σιγά σιγά συνηθίζουν το φως.
Διακρίνω έναν μικρό παράδεισο. Στα αυτιά μου έρχονται τιτιβίσματα πουλιών που πετάνε χαρούμενα από δέντρο σε δέντρο ο ήχος ενός καταρράκτη. Εισπνέω άπληστα το καθαρό οξυγόνο και την ευωδιά των λουλουδιών. Τα κατάφερα! Είμαι εδώ. Από την άλλη μεριά της πόρτας. Και το μόνο που χρειαζόταν ήταν μια απλή κίνηση.
Τελικά τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο. Αρκεί να το πάρεις απόφαση…