Τετάρτη 16 Απριλίου 2014
Παρασκευή 11 Απριλίου 2014
Άδικη Ζωή
Ονομάζομαι Αστρινός. Είμαι σαράντα οχτώ ετών. Χωρισμένος χωρίς
παιδιά. Πριν μια εβδομάδα είχα μια φυσιολογική ζωή. Είχα μια καλή δουλειά, ένα
ενοικιαζόμενο αλλά πολύ ωραίο σπίτι. Όλα αυτά όμως άλλαξαν δραματικά. Μέσα σε
μια μόνο εβδομάδα…
Όλα ξεκίνησαν την προηγούμενη Δευτέρα. Όπως κάθε
μέρα σηκώθηκα κι ετοιμάστηκα για την δουλειά μου. Κατεβαίνοντας στην πιλοτή της
πολυκατοικίας όπου έμενα, είδα έναν άστεγο να κοιμάται σε μια άκρη, κουλουριασμένος
στο χαρτόνι μιας κούτας και σκεπασμένος με παιδική κουβερτούλα. Δεν τον λυπήθηκα.
Αντιθέτως ένιωσα απέχθεια για αυτόν τον ξένο που ήταν άξιος της μοίρας του. Όχι
για κάποιον συγκεκριμένο λόγο. Αλλά βαθιά μέσα μου φοβόμουν μην γίνω σαν κι αυτόν.
Που να ‘ξερα ότι σε μια εβδομάδα θα κατέληγα κι εγώ στα ίδια χάλια…
Έφτασα στην δουλειά μου. Δούλευα στο εργοστάσιο
της ΦΑΓΕ. Δεν ήταν σπουδαία δουλειά, αλλά μου κάλυπτε τα προς το ζην. Η θέση
μου ήταν να πηγαίνω σε όλα τα σουπερμάρκετ τις Αττικής και να καταγράφω όλα τα
γαλακτοκομικά προϊόντα. Να στέλνω παραγγελίες για όσα προϊόντα λείπουν, να
παραλαμβάνω προϊόντα και να τα στέλνω.
Τελευταία γίνονταν πολλές περικοπές. Πολλά
τμήματα του εργοστασίου είχαν κλείσει. Τώρα πια ο καλύτερος επιβίωνε. Δε χάριζες
σε κανέναν. Ήταν σαν μια μάχη μέχρι τελικής πτώσης. Νοιάζεσαι μόνο για τον εαυτό
σου κι όχι για τους άλλους αν θες να κρατήσεις την θέση σου.
Μπήκα στο εργοστάσιο
κι ετοιμάστηκα να χτυπήσω την κάρτα μου.
«Μην κάνεις τον κόπο…» είπε ο υπεύθυνος πίσω μου. Είχα απολυθεί. Τα μπογαλάκια
μου και σε άλλη παραλία… Ότι κι αν έλεγα ήταν μάταιο. Η απόφαση είχε παρθεί κι
εγώ δεν είχα πια θέση εκεί μέσα.
Κι έτσι κατέληξα άνεργος. Ένας ακόμη στους χιλιάδες
στην Ελλάδα. Κι όχι μόνο αυτό. Έμεινα και άστεγος. Μου έκαναν έξωση από την
πολυκατοικία. Είχα έξι μήνες να πληρώσω το ενοίκιο.
Ονομάζομαι Αστρινός. Είμαι σαράντα οχτώ ετών.
Άνεργος και άστεγος. Είμαι αυτό που κορόιδευα…
Πέμπτη 10 Απριλίου 2014
Η εξαφάνιση
Η νεκρική σιωπή της νύχτας έχει
απλώσει παντού τα πλοκάμια της. Άλλο ένα άγρυπνο βράδυ. Τα καλοριφέρ δουλεύουν
στο φουλ. Το αερόθερμο εκτοξεύει όλον τον καυτό του αέρα πάνω μου. Κι όμως εγώ
κρυώνω. Ο Θωμάς με κατσαδιάζει για το ρεύμα που καίω είκοσι τέσσερις ώρες το
εικοσιτετράωρο. Νιώθω σαν μια παγωμένη παλάμη να σφίγγει την καρδιά μου. Κι όλη
η ψύχρα μέσα μου απλώνεται στο σώμα μου κάνοντας με να τρέμω. Γυρνάω με πολύ
σιγανές κινήσεις και κοιτάω τον Θωμά που κοιμάται δίπλα μου. Μου έρχεται η
τρελή παρόρμηση να τον χτυπήσω. Μα πως μπορεί να είναι τόσο ατάραχος; Πως
μπορεί να παραμένει τόσο ψύχραιμος μπροστά στα γεγονότα που ζούμε. Σηκώνομαι με
αργές κινήσεις και ψηλαφίζω στο σκοτάδι για τις παντόφλες μου. Αν ανοίξω το φως
θα ξυπνήσει. Και το τελευταίο πράγμα που χρειάζομαι είναι άλλη μια σύγκρουση
μαζί του. Σφίγγω πιο πολύ την ρόμπα πάνω μου και κάθομαι πάνω στο καλοριφέρ.
Παιδική συνήθεια, η οποία έχει παραμείνει ως τώρα. Τον ακούω να σαλεύει κάτω
από το πάπλωμα και κρατάω την ανάσα μου. Μην
ξυπνήσεις, παρακαλάω μέσα μου. Βγάζει ένα μουγκρητό και μετά πάλι ησυχία. Αναίσθητε άνθρωπε! Σηκώνομαι και
κατεβαίνω στην κουζίνα. Ανοίγω το ραδιόφωνο και φτιάχνω καφέ. Ποιος λογικός
άνθρωπος πίνει καφέ στις τρεις το πρωί; Κανένας. Μα ποιος είπε πως εγώ είμαι
λογικός άνθρωπος; Έχει χαθεί κάθε λογική από μέσα μου από όταν εξαφανίστηκε ο
Άγγελος. Κι ο Θωμάς τον χαβά του. Ζει την καθημερινότητα του σαν να μην υπήρξε
ποτέ ο Άγγελος. Σωριάζομαι σε μια καρέκλα κι ακούω τους στίχους από το
τραγούδι, στο ραδιόφωνο. Δεν είναι αγάπη
αυτό που ζούμε, είναι σου λέω πανικός. Ένας μικρός τιτανικός. Πες τα Λαυρέντη…
Με δύο κούπες στα χέρια μου, ανεβαίνω τις σκάλες και στέκομαι έξω από την
πόρτα του Άγγελου. Χτυπάω διακριτικά, παρόλο που ξέρω ότι δεν είναι μέσα.
Περιμένω λίγα δευτερόλεπτα και ανοίγω. Το δωμάτιο είναι ψυχρό και παγωμένο.
«Σκέφτηκα ότι ίσως ήθελες λίγο καφέ…» λέω αόριστα και
ακουμπάω τις κούπες στο γραφείο του. Κοιτάω το κρεβάτι του. Πλησιάζω και παίρνω
το μαξιλάρι του στα χέρια μου. Το σφίγγω στο πρόσωπο μου. Εισπνέω άπληστα την
μυρωδιά του που έχει ποτίσει το ύφασμα. Τον φαντάζομαι να λέει: Άσε με ρε μάνα! Τακτοποιώ πάλι το
μαξιλάρι στην θέση του και κάθομαι στην άκρη του κρεβατιού.
«Λοιπόν…» λέω θέλοντας να σπάσω την εκκωφαντική σιωπή. «Πως τα πέρασες στο σχολείο;». Δεν παίρνω απάντηση. Ποιος θα μου απαντήσει άλλωστε; «Βλέπω πως δεν διαβάζεις πολύ πια… Θες να μου πεις τι σε απασχολεί;». Βολεύομαι καλύτερα και τυλίγω τα χέρια μου γύρω μου. «Κρύο κάνει εδώ μέσα, αγόρι μου. Θες να σου φέρω καλοριφέρ;». Η πικρή αλήθεια ότι δεν είναι πια εδώ, με κάνει να θέλω να ουρλιάξω. Όμως συνεχίζω να μιλάω στο κενό. Αρνούμαι να σκεφτώ πως τον έχω χάσει.
«Καταλαβαίνω, Άγγελε, πως τελευταία δεν σου δίνουμε όση σημασία χρειάζεσαι… Σου ζητάω συγγνώμη για αυτό. Κι εκ μέρους του πατέρα σου… Μην τον παρεξηγείς. Κάνει ότι μπορεί για να σου παρέχει ότι χρειάζεσαι, άλλο αν δεν σου το δείχνει…» παίρνω μια βαθιά ανάσα. Κάποια δάκρυα κάνουν την εμφάνιση τους και τα αφήνω να κυλήσουν ελεύθερα. Ξαπλώνω δίπλα του και τον φαντάζομαι κοντά μου.
«Λοιπόν…» λέω θέλοντας να σπάσω την εκκωφαντική σιωπή. «Πως τα πέρασες στο σχολείο;». Δεν παίρνω απάντηση. Ποιος θα μου απαντήσει άλλωστε; «Βλέπω πως δεν διαβάζεις πολύ πια… Θες να μου πεις τι σε απασχολεί;». Βολεύομαι καλύτερα και τυλίγω τα χέρια μου γύρω μου. «Κρύο κάνει εδώ μέσα, αγόρι μου. Θες να σου φέρω καλοριφέρ;». Η πικρή αλήθεια ότι δεν είναι πια εδώ, με κάνει να θέλω να ουρλιάξω. Όμως συνεχίζω να μιλάω στο κενό. Αρνούμαι να σκεφτώ πως τον έχω χάσει.
«Καταλαβαίνω, Άγγελε, πως τελευταία δεν σου δίνουμε όση σημασία χρειάζεσαι… Σου ζητάω συγγνώμη για αυτό. Κι εκ μέρους του πατέρα σου… Μην τον παρεξηγείς. Κάνει ότι μπορεί για να σου παρέχει ότι χρειάζεσαι, άλλο αν δεν σου το δείχνει…» παίρνω μια βαθιά ανάσα. Κάποια δάκρυα κάνουν την εμφάνιση τους και τα αφήνω να κυλήσουν ελεύθερα. Ξαπλώνω δίπλα του και τον φαντάζομαι κοντά μου.
«Πάλι εδώ είσαι, εσύ;» με ρωτάει ο Θωμάς που στέκεται
στην πόρτα.
«Φύγε, Θωμά! Θέλω να μείνω με τον Άγγελο…»
«Γαμώτη μου!» ξεφωνίζει εκείνος. «Έχεις ιδέα τι ώρα
είναι, Μαρία;»
«Σσς! Θα ξυπνήσεις το παιδί!». Έρχεται με γρήγορες
δρασκελιές και με γραπώνει από τους καρπούς.
«Ο Άγγελος δεν είναι εδώ, Μαρία! Χώνεψε το πια!» φωνάζει.
Τραβάω απότομα τα χέρια μου και πετάγομαι μακριά του.
«Εσύ φταις για αυτό! Εσύ φταις που έφυγε!»
«Άρχισες πάλι;»
«Ποτέ δεν τον δέχτηκες για αυτό που ήταν! Ήθελες να είναι
το αντίγραφο σου! Κι επειδή δεν ήταν, του φερόσουν σαν σκουπίδι!». Ξεφυσάει
βαριεστημένα και έρχεται κοντά μου. «Μην με πλησιάζεις!» φωνάζω και οι
φωνητικές μου χορδές έχουν αρχίσει να με καίνε. «Δεν υπάρχει τίποτα πια να μας
ενώνει!»
«Τι είναι αυτά που λες;» ο τόνος του ανεβαίνει. «Έχεις
τρελαθεί εντελώς;». Σηκώνω το χέρι μου να τον χτυπήσω όταν ξαφνικά ακούγεται το
κουδούνι της πόρτας. Πετάγομαι έξω από το δωμάτιο και κατεβαίνω τρία τρία τα
σκαλιά. Λες να γύρισε ο Άγγελος; Ο Θωμάς έρχεται πίσω μου την ώρα που ανοίγω
την πόρτα. Δύο αστυνομικοί στέκουν στο κατώφλι και μας κοιτάνε με οίκτο. Τα
πάντα σκοτεινιάζουν γύρω μου και σωριάζομαι στο πάτωμα καθώς ακούω τον έναν
αστυνομικό να μιλάει για κάποιο ατύχημα…
Τρίτη 1 Απριλίου 2014
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)

.jpg)